«Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται».


Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Η ΖΩΝΗ ΤΗΣ ΙΠΠΟΛΥΤΗΣ

Ο επόμενος άθλος που ζητήθηκε από τον Ηρακλή, ένατος τω αριθμώ, ήταν η ζώνη της Ιππολύτης, της βασίλισσας των Αμαζόνων.
«…Ἡρακλς δ λαβν πρόσταγμα τν ππολύτης τς μαζόνος νεγκεν ζωστρα, τν π τς μαζόνας στρατείαν ποιήσατο. πλεύσας ον ες τν Εξεινον π´ κείνου κληθέντα Πόντον, κα καταπλεύσας π τς κβολς το Θερμώδοντος ποταμο, πλησίον Θεμισκύρας πόλεως κατεστρατοπέδευσεν, ν τ βασίλεια τν μαζόνων πρχε…» ( Διοδώρου Σικελιώτου, Ιστορική Βιβλιοθήκη,  Δ΄, παραγρ. 16) 
 Εδώ σ’ αυτόν τον άθλο ο Ηρακλής που πέρασε από πολλά μέρη φαίνεται να είχε έναν ρόλο «εκκαθαριστή» (και εδώ μάλλον δικαιολογεί και τον χαρακτηρισμό Διογενής), περιοχών όπου κυριαρχούσαν ανόσιοι άνθρωποι, απολίτιστοι και άκρως βαρβαρικοί. Φυσικά και απ’ τον προηγούμενο με τα άλογα του Διομήδη, φαίνεται πως ξεκίνησε μια τέτοια εκστρατεία. Έτσι δεν ήταν η επιθυμία της κόρης του Ευρυσθέα για την ζώνη της Ιππολύτης,  που έφερε τον Ηρακλή αντιμέτωπο με τις Αμαζόνες, αλλά μάλλον η εκκαθάριση αυτού του περίεργου είδους γυναικών που ασχολούνταν με τον πόλεμο και τους σκοτωμούς,  όχι απλά φονεύοντας τους άνδρες με τους οποίους ζευγάρωναν, αλλά ακόμη χειρότερα,  ανατρέφοντας τα θηλυκά τέκνα τους με πολεμοχαρείς αντιλήψεις περί ζωής αλλά και ακρωτηριάζοντας μέρη του σώματός τους φανερώνοντας ασέβεια προς την φύση και την Δημιουργία!!!
Αυτή η ζώνη για την οποία τόσος λόγος γινόταν,  ήταν δώρο του Θεού Άρη στην Ιππολύτη την αρχηγό των Αμαζόνων. «…εχε δ ππολύτη τν ρεος ζωστρα, σύμβολον το πρωτεύειν πασν…» (Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, βιβλίο Β΄, κεφ.5, παραγρ.9)
Λέγεται πως η αμαζόνα αυτή ήταν κόρη του Θεού και της είχε χαρίσει την ολόχρυση αυτή ζώνη ως ένδειξη της γενναιότητάς της. Όμως αν και γίνεται λόγος περί γενναιότητας εγώ θα έλεγα πως κάθε άνθρωπος που μόνο και αποκλειστικό ενδιαφέρον της ζωής του έχει τον πόλεμο και τις μάχες και μάλιστα από μωρό ανατρέφεται με αυτές τις διδαχές και γυμνάζεται περί αυτού, είναι επόμενο να γίνει ένας άριστος πολεμιστής. Δεν πρέπει λοιπόν να μας κάνει διόλου εντύπωση η άριστη πολεμική κατάσταση την οποία είχαν οι Αμαζόνες.
Όταν ο Ηρακλής ξεκίνησε για την χώρα τους, που βρισκόταν στον Πόντο, πήρε μαζί του συμμάχους, ανάμεσά τους και  τον Θησέα. Ως  πρώτος σταθμός αναφέρεται το νησί Πάρος. Εκεί κατοικούσαν τα παιδιά του Μίνωα Ευρυμέδων, Χρύσης, Νηφαλίων και Φιλόλαος. Καθώς όμως αποβιβάζονταν  οι άνδρες του Ηρακλή, τα παιδιά του Μίνωα σκότωσαν δύο από αυτούς. Αγανακτισμένος ο Ηρακλής σκοτώνει τα παιδιά του Μίνωα και πολιορκεί  τους υπολοίπους στο νησί. Απεσταλμένοι εκείνων ζήτησαν από τον ημίθεο να λύσει την πολιορκία και σ’ αντάλλαγμα για τους δυο νεκρούς του, μπορούσε να πάρει δύο άνδρες, όποιους εκείνος ήθελε. Έτσι ο Ηρακλής, επέλεξε να πάρει τους Σθένελο και Αλκαίο τα παιδιά του Ανδρόγεω,  ο οποίος ήταν ένας από τους γιούς του Μίνωα. «… δ λύσας τν πολιορκίαν, κα τος νδρόγεω το Μίνωος υος νελόμενος λκαον κα Σθένελον…»(Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, βιβλίο Β΄, κεφ.5, παραγρ.9)
Συνεχίζοντας το ταξίδι του προς την χώρα των Αμαζόνων, τον Πόντο, βρέθηκε στην Μυσία και στον Βασιλιά Λύκο που τον φιλοξένησε. Εκεί ο Ηρακλής παρείχε την βοήθειά του στον βασιλιά για τον πόλεμο που είχε με τους Βεβρύκους. Στην μάχη του Λύκου με τον Μύγδωνα,  βασιλιά των Βεβρύκων, ο Ηρακλής βοήθησε στην θανάτωση του αντιπάλου του Λύκου σκοτώνοντας και πολλούς από τους Βεβρύκους. Μετά την ήττα τους οι Βεβρύκοι έχασαν σημαντικό μέρος από την περιοχή τους το οποίο ο Ηρακλής ως νικητής και κατακτητής των εδαφών αυτών,  τα παρεχώρησε στον Λύκο της Μυσίας. Εκείνος προς τιμή του φίλου του και αρωγού στην μάχη,  Ηρακλή ονόμασε την περιοχή εκείνη Ηρακλεία. «…κα τς Βεβρύκων πολλν ποτεμόμενος γν δωκε Λύκ· δ πσαν κείνην κάλεσεν ράκλειαν…»(Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, βιβλίο Β΄, κεφ.5, παραγρ.9)
Όταν ο Ηρακλής έφθασε στην Θεμισκύρα, την πόλη των Αμαζόνων που είχε ιδρύσει η παλαιότερη βασίλισσα των Αμαζόνων Λυσίππη ( να σημειώσουμε εδώ πως η Λυσίππη είχε έναν γιό τον Τάναϊ ο οποίος λέγεται πως ήταν πολεμοχαρής και περιφρονούσε τον έρωτα, κάτι για το οποίο η Θεά Αφροδίτη τον τιμώρησε κάνοντάς τον να ερωτευτεί την μητέρα του. Εκείνος από ντροπή για τον ανόσιο αυτό έρωτά του έπεσε και πνίγηκε στον ποταμό που από τότε πήρε το όνομά του και λέγεται Τάναϊς ).
Εδώ λοιπόν, στην Θεμισκύρα ο Ηρακλής συναντά την Ιππολύτη η οποία θαύμαζε τόσο τον Ηρακλή όσο και τον Θησέα, αφού είχε ακούσει τόσα περί των κατορθωμάτων τους. Μαθαίνοντας τον λόγο της επίσκεψης υποσχέθηκε πως θα δώσει την ζώνη στον Ηρακλή. Όμως η Ήρα, της οποίας το μίσος κατά του Ηρακλή ήταν άσβεστο, μεταμορφωμένη σε αμαζόνα διέδωσε στις υπόλοιπες αμαζόνες πως οι νεοφερμένοι θέλουν να απαγάγουν την βασίλισσα. Χωρίς δεύτερη σκέψη αυτές  και πάνοπλες κατευθύνονται προς το πλοίο του Ηρακλή, ο οποίος μόλις τις βλέπει αντιλαμβάνεται πως η Ιππολύτη θέλησε να τον παγιδεύσει και αφού την σκοτώνει και παίρνει την ζώνη της, πολεμά με τις υπόλοιπες αποδεκατίζοντάς τες  και φεύγει για την Τροία. Ο Θησέας μάλιστα λέγεται πως πήρε μια Αμαζόνα μαζί του την Αντιόπη. Έτσι εξολοθρεύθηκε το έθνος των Αμαζόνων.
«…Ἡρακλς δ τς πιφανεστάτας τν μαζονίδων νελν κα τ λοιπν πλθος φυγεν συναναγκάσας, κατέκοψε τς πλείστας, στε παντελς τ θνος ατν συντριβναι. τν δ´ αχμαλωτίδων ντιόπην μν δωρήσατο Θησε…»( Διοδώρου Σικελιώτου, Ιστορική Βιβλιοθήκη, κεφ. Δ΄, παραγρ. 16) 
Επίσης ο Διόδωρος στο ίδιο κεφάλαιο περιγράφει την μάχη των Αμαζόνων με τον Ηρακλή, αναφέροντας με την σειρά τις μονομαχίες που έλαβαν μέρος. Αξίζει να τις παραθέσουμε :
«…πρώτη μν γρ ατ συνάψασα μάχην ελλα, {κα} δι τ τάχος ταύτης τετευχυα τς προσηγορίας, ξύτερον ερεν ατς τν ντιταχθέντα. δευτέρα δ Φιλιππς εθς κ τς πρώτης συστάσεως καιρί πληγ περιπεσοσα διεφθάρη. μετ δ τατα Προθό συνψε μάχην, ν κ προκλήσεως φασαν πτάκις νενικηκέναι τν ντιταξάμενον. πεσούσης δ κα ταύτης, τετάρτην χειρώσατο τν νομαζομένην ρίβοιαν. ατη δ δι τν ν τος πολεμικος γσιν νδραγαθίαν καυχωμένη μηδενς χρείαν χειν βοηθο, ψευδ τν παγγελίαν σχε κρείττονι περιπεσοσα. μετ δ ταύτας Κελαιν κα Ερυβία κα Φοίβη, τς ρτέμιδος οσαι συγκυνηγο κα δι παντς εστόχως κοντίζουσαι, τν να στόχον οκ τρωσαν, λλ´ αυτας συνασπίζουσαι τότε πσαι κατεκόπησαν. μετ δ ταύτας Δηιάνειραν κα στερίαν κα Μάρπην, τι δ Τέκμησσαν κα λκίππην χειρώσατο. ατη δ´ μόσασα παρθένος διαμενεν τν μν ρκον φύλαξε, τ δ ζν ο διετήρησεν. δ τν στρατηγίαν χουσα τν μαζόνων Μελανίππη κα θαυμαζομένη μάλιστα δι´ νδρείαν πέβαλε τν γεμονίαν…»
Όταν έφτασε στην Τροία η πόλη μαστιζόταν από φοβερά δεινά. Αιτία αυτών η οργή του Απόλλωνα και του Ποσειδώνα. Διότι οι Θεοί θέλοντας να δοκιμάσουν την αλαζονεία του Βασιλιά Λαομέδοντα,  μεταμορφώθηκαν σε θνητούς και του είπαν πως θα έχτιζαν τα τείχη της πόλης αν έπαιρναν μια καλή αμοιβή, κάτι που ο Λαομέδων τους υποσχέθηκε. Όμως όταν τελείωσαν τα τείχη εκείνος δεν θέλησε να πληρώσει το αντίτιμο έτσι ο Απόλλων έστειλε έναν λοιμό στην πόλη, ο δε Ποσειδών  ένα τρομερό θαλάσσιο κήτος το οποίο με την πλημύρα έβγαινε στην ξηρά και άρπαζε ανθρώπους. «… πόλλων γρ κα Ποσειδν τν Λαομέδοντος βριν πειράσαι θέλοντες, εκασθέντες νθρώποις πέσχοντο π μισθ τειχιεν τ Πέργαμον. τος δ τειχίσασι τν μισθν οκ πεδίδου. δι τοτο πόλλων μν λοιμν πεμψε, Ποσειδν δ κτος ναφερόμενον π πλημμυρίδος, τος ν τ πεδί συνήρπαζεν νθρώπους…» (Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, βιβλίο Β΄, κεφ.5, παραγρ.9)
Οι χρησμοί έλεγαν πως μονάχα αν θυσιάσει την κόρη του Ησιόνη ο Λαομέδων, θα γλύτωναν η πόλη και οι κάτοικοι  από τα κακά αυτά. Έδεσε σε έναν βράχο λοιπόν την κόρη του ως θυσία στο κήτος,  ο Λαομέδων και έτσι την βρήκε ο Ηρακλής που όταν έμαθε τι γινόταν είπε στον βασιλιά πως θα σκότωνε το κήτος με αντίτιμο  τα άλογα που ο Θεός Δίας είχε προσφέρει στον Τρώα ως αντίδωρο της αρπαγής του Γανυμήδη. Πραγματικά ο Λαομέδων δέχτηκε την συμφωνία και ο Ηρακλής αφού σκότωσε το θαλάσσιο κήτος έσωσε την Ησιόνη. Αλλά για ακόμη μια φορά ο Τρώας βασιλιάς αρνήθηκε να κρατήσει την υπόσχεσή του. Ο Ηρακλής τότε τον απείλησε με πόλεμο και έφυγε:  «…ταύτην δν κκειμένην ρακλς πέσχετο σώσειν, ε τς ππους παρ Λαομέδοντος λήψεται ς Ζες ποινν τς Γανυμήδους ρπαγς δωκε. δώσειν δ Λαομέδοντος επόντος, κτείνας τ κτος σιόνην σωσε. μ βουλομένου δ τν μισθν ποδοναι, πολεμήσειν Τροί πειλήσας νήχθη…» (Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, βιβλίο Β΄, κεφ.5, παραγρ.9)
Να πούμε εδώ πως, ο Ηρακλής όταν με τους Αργοναύτες πέρασε από την Τροία έστειλε τον Ίφικλο και τον Τελαμώνα να ζητήσουν τα άλογα που είχε υποσχεθεί στον Ηρακλή ο Λαομέδων. Εκείνος όμως φυλάκισε τους δυο αργοναύτες και ετοιμαζόταν να επιτεθεί και στους υπολοίπους. Αλλά ο γιός του Ποδάρκης πήγε κρυφά και ειδοποίησε τον Ηρακλή ο οποίος σκότωσε τον Λαομέδοντα και τους γιούς του εκτός του Ποδάρκη και της Ησιόνης, και κυρίεψε την πόλη. Την Ησιόνη την έδωσε για γυναίκα στον Τελαμώνα. Πιο κάτω θα αναφερθούμε περαιτέρω επ’αυτού.
Μετά έφθασε στον Αίνο όπου τον φιλοξένησε ο Πόλτυς. Εκεί,  και ενώ βρισκόταν σε περιοδεία της Αινίας,  σκότωσε με το τόξο του τον Σαρπηδόνα που ήταν γιός του Ποσειδώνα και αδερφός του βασιλιά της Αινίας Πόλτυος,  γιατί όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος,  ήταν αλαζόνας, υβριστής και κακούργος. «…ποπλέων δ π τς ιόνος τς Ανίας Σαρπηδόνα, Ποσειδνος μν υἱὸν δελφν δ Πόλτυος, βριστν ντα τοξεύσας πέκτεινε …»
Κατόπιν πήγε στην Θάσο όπου κατέλαβε το νησί και άφησε ως βασιλείς τους γιούς του Ανδρόγεω Σθένελο και Αλκαίο.
 Συνεχίζοντας από εκεί φθάνει στην Τορώνη της Χαλκιδικής όπου παλεύει με τους γιούς του Πρωτέα, γιού του Ποσειδώνα, τους Πολύγονο και Τηλέγονο οι οποίοι τον προκάλεσαν και στην πάλη επάνω τους σκοτώνει. «…κ Θάσου δ ρμηθες π Τορώνην Πολύγονον κα Τηλέγονον, τος Πρωτέως το Ποσειδνος υούς, παλαίειν προκαλουμένους κατ τν πάλην πέκτεινε…»  (Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, βιβλίο Β΄, κεφ.5, παραγρ.9)
Τον  Πρωτέα οι  ναυτικοί τον αποκαλούσαν συχνά «Γέροντα της θάλασσας», όπως άλλωστε και τον Φόρκυ, τον Νηρέα, και τον Τρίτωνα. Τον θεωρούσαν προστάτη στα ταξίδια τους. Όπως μας λέει ο Όμηρος,  ήταν υποτακτικός του Ποσειδώνα  και  γνώριζε όλα τα βάθη της θάλασσας και τα μυστικά τους. Επίσης, ήταν προικισμένος με μαντικές ικανότητες και μπορούσε να μεταμορφώνεται  σε ζώο, φυτό, πουλί, ακόμη και σε φωτιά  ή  νερό. «…τούτου δ παραδεδομένου τν τε πνευμάτων χειν μπειρίαν κα τν μορφν μεταβάλλειν τ μν ες ζων τύπους, τ δ ες δένδρον πρ τι τν λλων…» (Διοδρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη, κεφ. Α΄, παραγρ.62)
Γι’αυτές τις μεταμορφώσεις,  που βέβαια είναι αλληγορικές, βλέπουμε πως αποσυμβολίζονται ως τα στοιχεία της φύσης.   Έτσι κατά τον Ηρακλείδη τον Ποντικό, αλλά και τον Καλλίμαχο ( όπως αναφέρει ο Αθ. Σταγειρίτης στην Ωγυγία –Περί των Θαλασσίων Θεών- Κεφ. Ε΄, Περί του Πρωτέως): «…όθεν αι μεταμορφώσεις του Πρωτέως αλληγορούσι τα στοιχεία. Και ο μεν λέων  ζώον πυρώδες ών, αλληγορεί τον έμπυρον αιθέρα, ο δε δράκων την γήν, ερπετόν αυτόχθον και γηγενές όν, το δε δένδρον τον αέρα, υψούμενον από της γής προς τον αέρα, το δε ύδωρ, είπεν ο ποιητής σαφώς, γίνεται δ’ υγρόν ύδωρ. Τα δε άλλα τοιαύτα σημαίνουσι την θηριώδη αγριότητα της ύλης, τότε, την οποίαν έδησεν ο Μενέλαος συμβουλευθείς υπό της Ειδοθέας. Μενέλαος μεν εννοείται το μένος και η δύναμις εκείνη, ήτις ενίκησε την αταξία. Ειδοθέα δε η πρόνοια η σχηματίσασα έκαστον εις το είδος και εις την θέαν αυτού. Ταύτα δε εγίνοντο εν τη νήσω Φάρω, όπερ σημαίνει γέννησιν από του φέρσαι γενόμενον ή καρποφόρον από του φέρω, ή από του φαρώ το αροτριώ. Όθεν ο Καλλίμαχος είπεν άφαρον την αγεώργητον και άκαρπον γήν, ή γυναίκα. Η Φάρος άρα ήτον η ύλη, η γεωργηθείσα δια της αναβράσεως και καρποφόρος γενομένη, παρήγαγε τα πάντα…»
Σύμφωνα με το μύθο, ο Πρωτέας είχε ανατολίτικη καταγωγή. Άλλοι έλεγαν πως είχε έρθει από τη Φοινίκη μαζί με τον Κάδμο,  όταν ο Κάδμος αναζητούσε την αδερφή του την Ευρώπη  που την είχε απαγάγει ο Δίας. Ο Πρωτέας έφτασε τελικά μέχρι την Παλλήνη της Χαλκιδικής. Γνωρίστηκε με το βασιλιά της Σιθωνίας Κλίτο , που τον βοήθησε να ιδρύσει δικό του βασίλειο, διώχνοντας από τη Βισαλτία, μια περιοχή της Θράκης, τους παλιούς άγριους κατοίκους της. Ο Κλίτος του έδωσε επίσης την κόρη του Χρυσονόη για γυναίκα.
Ο Πρωτέας έζησε ειρηνικά στο βασίλειό του, ώσπου το παραπάνω τραγικό συμβάν  με τον θάνατο των γιών του,  από τον Ηρακλή, κάτι που  τον τάραξε βαθιά. Ο Πρωτέας δεν άντεξε,  και από τη λύπη του έπεσε στη θάλασσα. Οι θεοί τον σπλαχνίστηκαν και τον έκαναν αθάνατο θεό των νερών. Έλεγαν ότι ο Πρωτέας ήταν πάντα ανέκφραστος, ούτε μιλούσε, ούτε γελούσε ποτέ.
Λέγεται ακόμη πως μετά τον θάνατο των παιδιών του, γύρισε στην Αίγυπτο, και βασίλευσε εκεί. Διαβάζουμε λοιπόν από  τον Σταγειρίτη, στο ίδιο κεφάλαιο , όπως αναφέρθηκε παραπάνω:
«Εις την Αίγυπτον ήτον τότε αναρχία επί πέντε γενεές από τον θάνατο του Μένδητος. Και τούτο μαθών ίσως ο Πρωτεύς, ήλθεν εκεί, και εβασίλευσεν κατά τους χρόνους του Τρωϊκού Πολέμου. Ονόμαζον αυτόν Κέτην οι Αιγύπτιοι, όστις εδιδάχθη την Αστρολογίαν, και προέλεγε πολλά. Είχεν εμπειρίαν και των ανέμων και άλλων τοιούτων. Είχον δε νόμιμον συνήθεια οι βασιλείς της Αιγύπτου, να φορώσιν εις την κεφαλήν προτομάς λεόντων, ταύρων, δρακόντων και άλλων τοιούτων, ως σημεία της αρχής. Μάλιστα δε και δια ευπρέπειαν και σοβαρότητα εις κατάπληξιν των υποκειμένων. Και ούτως αι μεταμορφώσεις αυτού είχον αρχήν Ιστορικήν, ως και εν άλλοις είρηται. Οι δε φυσιολόγοι μεταχειρίσθησαν αυτάς  φυσικώς. Προς τούτον ούν λέγουσιν, ήλθεν ο Πάρις, έπειτα και ο Μενέλαος. Ο μεν Πλάτων νομίζει σοφιστήν τον Πρωτέα, ο δε Λουκιανός ναύτην έμπειρον ή ορχιστήν παντόμιμον. Ο δε Πολύαινος πανούργον και απατεώνα και άλλοι πάλιν, μάντιν έμπειρον. Αναφέρεται δε είς υιός αυτού Ρέμφις ονομαζόμενος, όστις εβασίλευσε  μετ’ εκείνον εν τη Αιγύπτω. Επίθετα: Μαντιπόλος, Πολύμορφος, Πολύτροπος, Ποντοπόρος, Πρωτογενής, Πάντιμος, Πολύβουλος. Ο Ορφεύς δεικνύει σαφέστατα την φυσικήν αλληγορίαν αυτού, λέγων :
«πάσης φύσεως αρχάς ός έφηνεν,
Ύλην αλλάσσων ιερήν ιδέαις πολυμόρφοις.
Πάντα γαρ εν Πρωτεί πρώτη φύσις εγκατέθηκε»
Από εκεί ο Ηρακλής έφυγε για τον τελικό του προορισμό την Τίρυνθα όπου και όταν έφθασε παρέδωσε στον Ευρυσθέα την περίφημη ζώνη της Αμαζόνας Ιππολύτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου